Ψυχογενείς πόνοι και ιατρικοί πονοκέφαλοι

Ψυχογενείς πόνοι και ιατρικοί πονοκέφαλοι

Το κοινοτοπικό μοντέλο του πόνου ως σύμπτωμα κάποιου σωματικού τραυματισμού ή μιας βιολογικής ασθένειας, είναι έγκυρο για πολλές περιπτώσεις. Μια ¨χειροπιαστή¨ (ενίοτε και ορατή) αιτία, καθησυχάζει, τις περισσότερες φορές, ασθενή και γιατρό, οδηγώντας τους σε κάποιο θεραπευτικό συμβόλαιο και μιαν αισιόδοξη θεραπευτική αγωγή: Η τήρηση και των δύο – συμβολαίου και αγωγής – από μέρους του ασθενούς, συνήθως φέρνει το επιθυμητό αποτέλεσμα: Ιαση και εξάλειψη των συμπτωμάτων.

Εν τούτοις, αρκετά συχνά , η λογική αυτού του μοντέλου αποδεικνύεται ανεπαρκής. Οι πόνοι χρονίζουν και οι επισκέψεις στους γιατρούς πληθαίνουν. Οι συνταγές φαρμάκων πολλαπλασιάζονται, η αγωνία και η απαισιοδοξία αυξάνονται και το άγχος και η μελαγχολία γίνονται κυρίαρχα καθημερινά συναισθήματα. Οι οικογενειακές, επαγγελματικές και διαπροσωπικές σχέσεις χρωματίζονται από την παθολογία του πόνου που , προοδευτικά , γίνεται η βασική εστία αναφοράς και συζητήσεων. Ο ίδιος ο πάσχων νοιώθει βαρετός και ανεπιθύμητος. Φάυλος κύκλος απομόνωσης και εξοστρακισμού.

Μια πληθώρα επιθέτων, όπως ψυχοσωματικοί , νευροφυτικοί, νευρικοί, ψυχολογικοί και ψυχογενείς, έχουν χρησιμοποιηθεί κατά καιρούς για να περιγράψουν χρονικά άλγη χωρίς συγκεριμένη βιολογική αιτιολογία. Ολοι τους υποδηλώνουν μιαν αόριστη συμμετοχή ψυχικών διαδικασιών στη γένεση και εμφάνισή τους, υποδηλώνοντας επίσης το ρόλο της προσωπικότητας αλά και το υπάρχον stress στη ζωή του πάσχοντος.

Καταθλιπτικές διαταραχές (όπως χρόνια μελαγχολία) και αγχωσικά σύνδρομα, είναι οι κατ΄εξοχήν ψυχιατρικές αιτίες χρόνιου πόνου. Εξίσου σημαντική η δομή και η λειτουργία της προσωπικότητας ορισμένωων ατόμων που τείνουν να σωματοποιούν τα άλγη και τις ψυχικές τους κακουχίες. Στις τελευταίες περισλαμβάνεται το σύνδρομο της υποχόνδριας καθώς και μια σειρά ψυχοσυναισθηματικών διαταραχών με κυρίαρχο το θυμό , την ενοχή ή και την ντροπή ακόμη.

Ατομα με χρόνιο πόνο, συνήθως μοιράζονται ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά. Οι εστίες και η κατανομή του πόνου είναι πολλαπλές και μετακινούμενες. Η ανάγκη του πάσχοντα να γίνει πιστευτός σ ‘ότι αφορά το αφόρητο του πόνου, είναι έντονη. Συχνά υπάρχει απόλυτη άρνηση οποιονδήποτε ψυχοσυναισθηματικών προβλημάτων, ενώ παραδόξως, η πλειονότητα έχει προβλήματα με τιες στενές συναισθηματικές της σχέσεις. Ο πόνος θεωρείται μοναδικός και ¨χωρίς προηγούμενο σ’άλλον άνθρωπο¨. Και , τέλος , ¨ό,τι και να κάνω ότι φάρμακο και να πάρω, ο πόνος μένεις ο ίδιος… ¨.

Καθόλου παράξενο που η παραδοσιακή ιατρική, αντιμέτωπη με παρόμοιες περιπτώσεις, συχνά συκώνει τα χέρια. Η παραπομπή του πάσχοντος σε ψυχίατρο, συνήθως αντανακλά την απόγνωση του θεράποντος ιατρού. Και παρά τις αρχικές αντιρρήσεις του ενδιαφερόμενου , είναι η ενδεδειγμένη κίνηση για τέτοιου είδους προβλήματα.

Η επιτυχής αντιμετώπιση ψυχογενών πόνων είναι μία ντελικάτη διαδρομή λεπτών ισορροπιών , τόσο για τον ψυχίατρο όσο και για τον πάσχοντα. Στο θεραπευτικό οπλοστάσιο συχνά συγκαταλέγονται ειδικά ψυχοφάρμακα, εκπαιδευτικά ¨σεμινάρια¨, ψυχοθεραπευτικές συνεδρίες αλλά και εναλλακτικές μορφές θεραπείας , όπως υπνωτικσμός και βελονισμός. Παλιές συνταγές ιαματικών λουτρών και ¨ζεστής θερμοφόρας¨συμπληρώνουν συχνά τη θεραπευτική προσέγγιση.

Μα περισσότερο απ΄ όλα , η υπομονή και η ανοχή (αν όχι και η αντοχή) του θεράποντος γιατρού είναι και το πιο αποτελεσματικό συστατικό της θεραπείας.